Η Αρχαία Κύζικος

Η Κύζικος ήταν αρχαία μικρασιατική πόλη στη Μικρά Φρυγία (Μυσία), στα παράλια της Προποντίδας. Ήταν αποικία των Μιλησίων την περίοδο του Β΄ ελληνικού αποικισμού και πήρε το όνομά της από τον βασιλιά Κύζικο, που βοήθησε στην επιτυχή έκβαση της Αργοναυτικής Εκστρατείας.

Η πόλη είχε αναδειχτεί σε μία από τις σπουδαιότερες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, ξακουστή για την αλιεία και τους στατήρες της από ήλεκτρο που χρησιμοποιήθηκαν πολύ μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου (κυζικηνοί στατήρες). Οι επιγραφές, οι περιγραφές και όλα τα ερείπια εμφανίζουν την Κύζικο ως εξαιρετικά αναπτυγμένη πόλη, πλούσια και σπουδαίο εμπορικό κέντρο. Έξω από τις ακτές της ο Αλκιβιάδης καταναυμάχησε τους Λακεδαιμόνιους το 410 π.Χ. Την εποχή της ρωμαϊκής κυριαρχίας ήταν σχεδόν ελεύθερη και στη βυζαντινή περίοδο εξακολούθησε να ακμάζει.

Ο μεγάλος σεισμός του 1063 κατέστρεψε ολοσχερώς και οριστικά την πόλη της Κυζίκου. Οι κάτοικοι βρήκαν καταφύγιο σε άλλες πόλεις της χερσονήσου και η έδρα της Μητρόπολης μεταφέρθηκε από τότε στην Αρτάκη.

Η Αρτάκη

Η Αρτάκη Κυζίκου Μικράς Ασίας (Erdek) είναι μια πόλη χτισμένη στα νότια παράλια της Προποντίδας, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Κυζικηνής χερσονήσου. Απέχει 20 km από την πόλη της Πανόρμου (Bandirma) και διοικητικά ανήκει στο νομό Βαλουκεσερίου (Balikesir). Σήμερα έχει πάνω από 20.000 κατοίκους, τουρκοκρητικής καταγωγής στην πλειονότητά τους, και είναι η πρωτεύουσα του ενοποιημένου, πλέον, Δήμου που περιλαμβάνει όλα τα χωριά της Κυζικηνής χερσονήσου.

Η Αρτάκη, ιδρύθηκε από τους Μιλησίους τον 8ο με 7ο αιώνα π.Χ. περίπου, την περίοδο του δεύτερου ελληνικού αποικισμού αν και στην περιοχή ζούσαν ελληνικά φύλα ήδη από τον 15ο αιώνα π.Χ. όπως αναφέρει ο Στράβωνας (Γεωγραφικά, XIII 1.3). Κατά την αρχαιότητα η Αρτάκη διατήρησε την αυτονομία της, ενώ όπως μας ιστορεί ο Ηρόδοτος (Ιστορίαι, 6.33.2) έλαβε μέρος στην Ιωνική επανάσταση το 493 π.Χ. Την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου ήταν σύμμαχος των Αθηναίων, ενώ αρκετά χρόνια αργότερα κυριεύθηκε από τους Κυζικηνούς, όπως και η γειτονική Προκόννησος (Μαρμαράς), συμμεριζόμενη εφ’ εξής την τύχη της Κυζίκου.

Την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Αρτάκη ανθεί πνευματικά και υλικά, ενώ μετά τον σεισμό του 1063 που κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη της Κυζίκου, γίνεται η έδρα της –τέταρτης στην ιεραρχία του Οικουμενικού Θρόνου– Μητροπόλεως Κυζίκου. Η άνθιση αυτή διαρκεί μέχρι τα τέλη του 14ου αιώνα οπότε η Αρτάκη κατακτάται από τους τούρκους και η ανάπτυξη ανακόπτεται βιαίως.

Κατά τον νεοελληνικό διαφωτισμό η Αρτάκη, όπως και ολόκληρη η ρωμηοσύνη, αναγεννάται πνευματικά και οικονομικά. Η αναγέννηση αυτή σε συνδυασμό με τις διεθνείς οικονομικοπολιτικές εξελίξεις θα οδηγήσουν την Αρτάκη προς τα τέλη του 19ου αιώνα στην περίοδο της μεγαλύτερής της ακμής. 

Όλα αυτά, βέβαια, θα διακοπούν με τους εκτοπισμούς του 1913-14, την μεγάλη πυρκαγιά του 1917 που κατέκαψε σχεδόν ολοσχερώς την πόλη και τελικά, τον Αύγουστο του 1922, με τη μεγαλύτερη ίσως συμφορά που γνώρισε ο ελληνισμός: τη Μικρασιατική καταστροφή.

Την εποχή εκείνη η Αρτάκη αριθμούσε 12.500 περίπου κατοίκους, εκ των οποίων οι 10.000 ήταν ελληνικής καταγωγής, ενώ στην πόλη λειτουργούσε μεγαλοπρεπές Αρρεναγωγείο και Παρθεναγωγείο.

Μετά την καταστροφή, το μεγαλύτερο μέρος των Αρτακηνών προσφύγων εγκαταστάθηκε στην Εύβοια, βόρεια της Χαλκίδας, στο απαλλοτριωμένο κτήμα Βουδούρη του Βατώντα, όπου ιδρύθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1923 η Νέα Αρτάκη.

Τα χωριά της Κυζικηνής χερσονήσου

Η χερσόνησος της Κυζίκου στις αρχές του 20ου αιώνα είχε συνολικά 17 χωριά εκ των οποίων τα 14 παράλια και τα 3 μεσόγεια. Αυτά ήσαν (εντός παρενθέσεως η σημερινή τους τουρκική ονομασία):

Η Αρτάκη (Erdek), η Γωνιά (Ocaklar), τα Ρόδα (Narlı) και το Χαράκι (İlhanköy) στα δυτικά παράλια της χερσονήσου.

Η Δρακούντα (Doğanlar), το Βαθύ (Turan), ο Κατάτοπος (Ormanlı), η Λαγκάδα (Ballıpınar), η Διαβατή (Çayağzı) και το Καστέλλι (Kestanelik) στα βόρεια παράλια.

Η Μηχανιώνα (Çakılköy), η Πέραμος (Karşıyaka), το Αρμενοχώρι (Tatlısu) και το Νεοχώριο ή Κάτω Καινούργιο Χωριό (Aşağıyapıcı) στην ανατολική παραλία.

Τα τρία στο εσωτερικό της χερσονήσου ήταν: το Επάνω Καινούργιο Χωριό ή Γιαπουτζή-κιοϊ (Yukarıyapıcı), το Χαμαμλί (Hamamlı) και το Κούκουρο (Çeltikçi).

Ο συνολικός πληθυσμός όλων των χωριών ήταν 26.300 Έλληνες, 2.700 Τούρκοι, 1.000 Αρμένιοι, 500 Κιρκάσιοι, και λίγοι Εβραίοι και Αλβανοί.

Επιφανείς Κυζικηνοί

Από τους πολλούς και σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους, καλλιτέχνες, πολιτικούς και λοιπούς επιφανείς Κυζικηνούς, παρουσιάζουμε εδώ έξι μεγάλες μορφές:

 

Ο Κάλλιπος ο Κυζικηνός (370 – 300 π.Χ.) υπήρξε μαθητής και φίλος του Ευδόξου του Κνίδιου, του μεγαλύτερου μαθηματικού της αρχαιότητας μετά τον Αρχιμήδη. Στα παράλια της Προποντίδας έκανε μακροχρόνιες αστρονομικές παρατηρήσεις σχετικές με τη χρονική διάρκεια των εποχών. Από τις παρατηρήσεις αυτές και σε συνδυασμό με το έργο του Μέτωνα του Αθηναίου, κατασκεύασε ημερολόγιο διάρκειας (μήκους) 76 ετών που περιελάμβανε 940 μήνες ώστε να εναρμονιστούν τα ηλιακά και τα σεληνιακά έτη. Η αρχική θέση του κύκλου του Κάλλιππου χρησιμοποιήθηκε από τους αστρονόμους των κατοπινών χρόνων για τη βαθμονόμηση των παρατηρήσεών τους σε σχέση με τις μελλοντικές εκλείψεις. Είναι δε πολύ πιθανό ο κύκλος Κάλλιππου των 76 ετών  να χρησιμοποιείται στον Μηχανισμό των Αντικυθήρων.

Ο Κάλλιπος ανέπτυξε περαιτέρω το σύστημα των ομόκεντρων σφαιρών του Ευδόξου προσθέτοντας 7 ακόμη σφαίρες ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό των σφαιρών σε 34. Ο Σιμπλίκιος (Σχόλια εις “Περί Ουρανού” του Αριστοτέλους, 7,32,16) αναφέρει ότι ο Κάλλιππος μαζί με τον Πολέμαρχο τον Κυζικηνό ταξίδεψαν στην Αθήνα προκειμένου να συζητήσουν τη θεωρία των ομόκεντρων σφαιρών με τον Αριστοτέλη. Δεν θα ήταν επομένως αβάσιμο να υποθέσει κανείς ότι ο Κάλλιπος δίδαξε στη Σχολή του Σταγειρίτη φιλοσόφου. Δυστυχώς τα συγγράμματα του Κάλλιππου, όπως το Περί συστήματος πλανητών, τα οποία αναφέρονται από τον Εύδημο (149,2) είχαν ήδη απολεσθεί από τον 6ο μ.Χ. αιώνα.

 

Ο Πέτρος Φιλανθίδης γεννήθηκε στην Αρτάκη ή κατ’ άλλους στην Πάνορμο περί το 1840. Ήταν ο ενδέκατος (και τελευταίος) αναμορφωτής της Βυζαντινής μουσικής, αγωνιζόμενος με το έργο του να αποφευχθεί η τετραφωνία και να αποκαθαρθεί η Βυζαντινή μουσική από τουρκικά στοιχεία. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Φιλήντας αλλά σύμφωνα με μαρτυρία του γιού του Μένου, το άλλαξε «επί το αρχαιοπρεπέστερο». Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και μυήθηκε στη Βυζαντινή και την Αραβοπερσική μουσική. Δίδαξε Ελληνικά στο Αρρεναγωγείο της Αρτάκης και ανέλαβε τη θέση του πρωτοψάλτη στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου Αρτάκης. Υπήρξε μέλος του «Εκκλησιαστικού Μουσικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως», διδάσκοντας για ένα διάστημα στη Μουσική Σχολή αυτού. Ανάμεσα στο πλούσιο συγγραφικό και ερευνητικό του έργο, εξέχουσα θέση κατέχει το δίτομο Δοξαστάριο με τίτλο Αθωνιάς (Κωνσταντινούπολη, 1906), η μελοποίηση του ασματικού μέρους της ακολουθίας του Αγίου Αιμιλιανού και η μελέτη με τίτλο «Η καθ’ ημάς Εκκλησιαστική Μουσική εν σχέσει προς τας των άλλων εθνών». Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 1915.

 

Σημαντική Κυζικηνή μορφή του 19ου αιώνα ήταν επίσης ο Αθανάσιος Κυζικηνός (1825-1894 περίπου), γεννημένος στην Πάνορμο. Σπούδασε Μαθηματικά στη Γαλλία και δίδαξε σε διάφορες πόλης της Ευρώπης, ενώ από το 1872 έγινε τακτικός Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο Πρόγραμμα του Εθνικού Πανεπιστημίου (σελ. 26) διαβάζουμε ότι κατά το ακαδημαϊκό έτος 1884-1885 δίδασκε «Ολοκληρωτικό Λογισμό». Το επιστημονικό και συγγραφικό του έργο ήταν πλούσιο και ετύγχανε της εκτιμήσεως των μεγαλυτέρων συγχρόνων του μαθηματικών της Ευρώπης. Έγραψε μεταξύ άλλων τα έργα Θεωρητική Αριθμητική και Στοιχειώδης Άλγεβρα.

 

Ο Μένος Φιλήντας (1870-1934) από την Αρτάκη, ήταν γλωσσολόγος, λαογράφος και λογοτέχνης, γιός του Πέτρου Φιλανθίδη. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στο Διδασκαλείο της Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε ως δάσκαλος στο Αρρεναγωγείο της Αρτάκης, γράφοντας παράλληλα έπη και ωδές στην Επιθεώρηση του Νεολόγου, καθώς και σε άλλα περιοδικά. Εκεί, στα 1893, γνωρίζει τον Ιωάννη Γρυπάρη ο οποίος τον μυεί στον Δημοτικισμό. Με τον Γρυπάρη θα συνεργαστούν στην Κωνσταντινούπολη το 1896 για να εκδώσουν τη Φιλολογική Ηχώ και αργότερα, την περίοδο 1898-1899, με κέντρο την Προύσα, θα περιοδεύσουν στις ελληνικές επαρχίες «για να διορθώσουν την ελληνική γλώσσα». Το 1901 βραβεύτηκε σε γλωσσικό διαγωνισμό της εφημερίδας Άστυ, προκηρυγμένο από τον Ψυχάρη με το έργο του Γραμματική της Ρωμαίικης Γλώσσας. Φυλακίστηκε δύο φορές από τις Τουρκικές αρχές (1902-1903 στην Προύσα και 1904-1905 στην Αρτάκη) λόγω του πατριωτικού του αγώνα, τον οποίο συνδύαζε με την προσπάθεια για την καθιέρωση της δημοτικής. Το 1913 εγκαθίσταται στην Αθήνα και εργάζεται ως δάσκαλος, δημοσιογράφος και συγγραφέας. Από το μεγάλο συγγραφικό του έργο, ενδεικτικά αναφέρουμε τα πεζογραφήματα Ταορμίνα και Ανατολίτικες ιστορίες, την ποιητική συλλογή Οχτάβες, τη μετάφραση του Παίχτη του Ντοστογιέφσκι και το μεγάλο τετράτομο έργο Γλωσσογνωσία και Γλωσσογραφία Ελληνική

 

Ο Μαργαρίτης Ευαγγελίδης (1850-1932), από τη Μηχανιώνα της Κυζίκου, ήταν καθηγητής της ιστορίας της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στα πανεπιστήμια Αθηνών, Λειψίας και Βερολίνου, όπου έλαβε το διδακτορικό του. Από το συγγραφικό του έργο ξεχωρίζει η Ιστορία της Θεωρίας της γνώσεως και η Επιτομή της Ελληνικής Φιλοσοφίας. Σημαντικότερο από όλα όμως ήταν η έντονη Εθνική του δράση, με στόχο τη βοήθεια της γενέτειράς του. Ως πρόεδρος του Μικρασιατικού Συλλόγου «Ανατολή», συνέβαλε αποφασιστικά στην εκπαίδευση μιας “στρατιάς” δασκάλων και ιερέων οι οποίοι στελέχωναν στη συνέχεια τα ελληνικά σχολεία της Μικράς Ασίας. 

 

Ο Κωνσταντίνος Μακρής (1850-1920), ιατρός και συγγραφέας από την Αρτάκη της Κυζίκου. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και του Στρασβούργου, όπου έλαβε το διδακτορικό του. Εργάστηκε δίπλα στον L. Pasteur στο Παρίσι και τιμήθηκε από την Ιατρική Ακαδημία Παρισίων για την ανακάλυψη ειδικού κλίβανου παστερίωσης, ο οποίος πήρε το όνομά του. Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη όπου ίδρυσε δική του κλινική, διετέλεσε Πρόεδρος της Αυτοκρατορικής Ιατρικής Εταιρείας Κωνσταντινουπόλεως, προσωπικός ιατρός του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ του Β’ και ιατρός της Περσικής πρεσβείας

Πραγματοποίησε περιηγήσεις, συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές, τοπογραφικές μελέτες και λαογραφικές καταγραφές στην Κυζικηνή χερσόνησο, με έδρα την Αρτάκη, όπου το 1894 ίδρυσε χειρουργική Κλινική. Κορύφωση του ερευνητικού του έργου εκτός του ιατρικού πεδίου ήταν η ανακάλυψη αρχαίου υδροθεραπευτηρίου και ιαματικών υδάτων στη νήσο Κερά στην είσοδο του κόλπου της Αρτάκης. 

Για την επιστημονική του προσφορά τιμήθηκε από την Τουρκική Κυβέρνηση με τα παράσημα Medjidié και Osmanié, όπως επίσης και με το Μετάλλιο Καλών Τεχνών για «ορθοπεδικήν τράπεζαν» την οποία επινόησε βάσει των συγγραφών του Ιπποκράτους, ενώ από την Περσική Κυβέρνηση τιμήθηκε με το Παράσημο Λέοντος του Ηλίου.

Ιερά Μονή Παναγίας Φανερωμένης Κυζίκου

Λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αρτάκη, στο κέντρο σχεδόν της Κυζικηνής χερσονήσου δυτικά της υψηλότερης κορυφής του Δίνδυμου όρους, σώζονται τα ερείπια της Ιεράς Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Φανερωμένης Κυζίκου. Αρκετά στοιχεία μαρτυρούν πως το μοναστήρι ήταν χτισμένο στο μέρος όπου βρισκόταν ο αρχαίος ναός της θεάς Ρέας ή Κυβέλης που είχαν ιδρύσει οι Αργοναύτες τον 7ο αιώνα π. Χ. περίπου. Από Βυζαντινά έγγραφα, Οθωμανικά φιρμάνια και νεώτερες ιστορικές καταγραφές μαθαίνουμε πως η Ιερά Μονή δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί από τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους μέχρι και το 1922. Από τα τέλη του 19ου αιώνα και για τρεις περίπου δεκαετίες η Μονή γνώρισε μεγάλη ακμή, κυρίως χάρις στον ακάματο ζήλο του Μητροπολίτη Κυζίκου Κωνσταντίνου Αλεξανδρίδη και στις δωρεές ευσεβών Χριστιανών. Χτίστηκαν 99 κελιά σε δύο ορόφους περιμετρικά της λαμπρής λιθόκτιστης εκκλησίας η οποία ήταν αφιερωμένη στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου και εόρταζε στις 23 Αυγούστου. Μέσα στην εκκλησία, σε ιδιαίτερο μέρος, φυλασσόταν η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Φανερωμένης η οποία παρίστανε την Θεοτόκο στον τύπο της Οδηγήτριας να κρατάει στην αγκαλιά της τον Χριστό. Το 1922 το ιερό αυτό εικόνισμα που θεωρείται από τα σημαντικότερα που διασώζονται, μεταφέρθηκε από τους Αρτακηνούς στην Κωνσταντινούπολη και εναποτέθηκε στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι όπου φυλάσσεται μέχρι και σήμερα.

 

Στις 23 Αυγούστου του 2015, μετά από εννιά και πλέον δεκαετίες εγκατάλειψης και σιωπής, η Ιερά Μονή Παναγίας Φανερωμένης Κυζίκου λειτούργησε και πάλι αναβιώνοντας το παλαιό έθιμο που ήθελε πλήθη πιστών να συναθροίζονται εξ ευλαβείας από τα πέρατα της οικουμένης προκειμένου να λάβουν τη χάρη της Παναγίας. Με πρωτοβουλία του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, με την στήριξη των τοπικών Αρχών της Αρτάκης και του Βαλουκεσερίου, και την άμεση ανταπόκριση των ανά την Ελλάδα Κυζικηνών, τελέσθηκε μεγαλοπρεπής Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος του Οικουμενικού Πατριάρχου και συλλειτουργούντων των σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Σηλυβρίας κ. Μαξίμου και Χαλκίδος κ. Χρυσοστόμου. Έκτοτε, όπως αναφέρεται και στην Επετηρίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, «ὁ Πατριάρχης κατά τήν ἡμέραν ταύτην μεταβαίνει, ἀπό τοῦ ἔτους 2015, μεθ’ ἁπάσης τῆς Ἀκολουθίας Αὐτοῦ εἰς τήν Ἱεράν Πατριαρχικήν καί Σταυροπηγιακήν Μονήν Ὑπεραγίας Θεοτόκου Φανερωμένης Κυζίκου καί τελεῖ τήν Θείαν Λειτουργίαν, συμφώνως τῷ Τυπικῷ τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας».

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ
Μοιραστείτε